Κινηματογραφικος Τομεας Π.Ο.Φ.Π.Α.

Ο Κινηματογραφικός Τομέας του Πολιτιστικού Ομίλου Φοιτητών του Πανεπιστημίου Αθηνών

‘Οψεις στα Κινηματογραφικά Ρεύματα Τρίτη 07/04 στις 20:00

‘Οψεις στα Κινηματογραφικά Ρεύματα

Τρίτη 07/04 στις 20:00

Η διαχρονική σάτιρα του Μεσσιανισμού, του δογματισμού, της τυπικότητας, των κοσμοθεωριών και των προεκτάσεών τους,
από τους Monty Python μέσω του Life of Brian (Ένας Προφήτης… Μα τι Προφήτης 1979).

Βρετανικό Νέο Κύμα (Free Cinema, Σινεμά του Νεροχύτη ή Kitchen Shink Cinema, Swinging London) : 
Το Βρετανικό Νέο Κύμα τη δεκαετία του 1960, ήταν ένα κίνημα που είχε τρεις φάσεις, το “Free Cinema” (1956–1959) με μικρού μήκους ντοκιμαντέρ, το “Kitchen Sink Cinema” που χαρακτηριζόταν από τον ρεαλισμό, τον κοινωνικό σχολιασμό και την διερεύνηση της ζωής της εργατικής τάξης τοποθετημένα στις αντίστοιχες γειτονιές, προερχόμενο από το προηγούμενο κίνημα του Free Cinema, και το “Swinging London” που ήταν μετάβαση σε πιο στυλιζαρισμένες οπτικά θεματικές με στροφή προς τη σάτιρα και χωροταξία πλέον το Λονδίνο. Έγινε αλλαγή από τις παραδοσιακές παραγωγές που βασίζονταν σε στούντιο για τα γυρίσματα με πιο πειραματικές τεχνικές, που συχνά αντανακλούσαν το μεταβαλλόμενο κοινωνικό τοπίο της Βρετανίας. Το British New Wave σηματοδότησε μια ριζική στροφή από το «stiff upper lip» σινεμά της δεκαετίας του ’50 προς μια ωμή, ρεαλιστική απεικόνιση της εργατικής τάξης. Το κίνημα αυτό, γνωστό και ως Kitchen Sink Realism, αρχικά εστίασε στους «οργισμένους νέους» (Angry Young Men) και τις κοινωνικές εντάσεις της βιομηχανικής Βόρειας Αγγλίας. Έφερε επανάσταση στο οπτικό στυλ, με εικονοπλασία βασισμένη στην τραχιά τοποθεσία των συνοικιών των κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων, με αρχικά ασπρόμαυρη και έπειτα έγχρωμη κινηματογράφηση, με φυσικό φωτισμό, φορητές κάμερες και πλάνα υφής ντοκιμαντέρ για να αποτυπώσει την αυθεντική, συχνά ζοφερή, ζωή της εργατικής τάξης, δημιουργώντας μια νέα, ακατέργαστη και σοκαριστική οπτική γλώσσα. Επίσης μεταρρύθμισε την υποκριτική, αντικαθιστώντας τις θεατρικές ερμηνείες με ακατέργαστες, ρεαλιστικές απεικονίσεις χαρακτήρων, επιτρέποντας τις εκάστοτε λαϊκές προφορές για να αναδειχθεί παραστατικά η διαφοροποίηση των ομάδων του Εγγλέζικου πληθυσμού. Επιπλέον, διατηρήθηκε μια πιο στιβαρή αφηγηματική δομή, δίνοντας έμφαση στην κοινωνική αλήθεια παρά στον ρηξικέλευθο πειραματισμό της φόρμας. Τέλος, στη φάση του “Swinging London”, άλλαξε η κινηματογραφική ραχοκοκαλιά, από τον σκληρό, εργατικό ρεαλισμό του «Σινεμά του Νεροχύτη» των αρχών της δεκαετίας του 1960 σε μια πιο στυλιζαρισμένη, ηδονιστική και πολύχρωμη εστίαση στην νεανική κουλτούρα. Παρόλο που ακολουθούσε το αρχικό κίνημα του New Wave, επικεντρώθηκε περισσότερο στην αισθητική και τη μόδα της ποπ αρτ.

 
Βασικά Χαρακτηριστικά

1) Ρεαλισμός :
Οι βρετανικές ταινίες του Νέου Κύματος στο “Free Cinema” και στο “Kitchen Sink Cinema” συχνά απεικόνιζαν τις αδυσώπητες πραγματικότητες της ζωής της εργατικής τάξης, τα κοινωνικά ζητήματα και τις απογοητεύσεις των απλών ανθρώπων.

2) Κοινωνικά Σχόλια :
Η θεματολογία ασχολούνταν με κοινωνικά προβλήματα όπως η ταξική ανισότητα, η ανεργία και οι προκλήσεις που αντιμετώπιζαν οι νέοι.
Η Εργατική Τάξη ως Πρωταγωνιστής: Για πρώτη φορά, οι ήρωες δεν ήταν καρικατούρες, αλλά άνθρωποι με πραγματικά πάθη και αδιέξοδα.

Κοινωνικά Ταμπού: Οι ταινίες πραγματεύονταν τολμηρά θέματα για την εποχή, όπως οι εκτρώσεις, η απιστία και η ομοφυλοφιλία (πχ. The Leather Boys).
Το «Grim North»: Η τοποθεσία έπαιζε ρόλο «χαρακτήρα», με τα γκρίζα εργοστάσια και τα πλινθόκτιστα σπίτια να συμβολίζουν την περιθωριοποίηση, ώστε να απεικονίζει εύγλωττα την κοινωνική ανέχεια.
Εικόνες Αντι-Ηρώων («Angry Young Man») : Το οπτικό πλαίσιο συχνά τόνιζε την απομόνωση ή την ανυπακοή των νεαρών ανδρών της εργατικής τάξης, παγιδευμένων από τις κοινωνικές συνθήκες. Οι εικόνες συχνά επικεντρώνονταν σε έναν μόνο κεντρικό πρωταγωνιστή, αποτυπώνοντας την ψυχολογία και την αποξένωσή του μέσα από κοντινά πλάνα και εκφραστική υποκριτική.
Εστίαση στην Καθημερινή Ζωή: Τα γραφικά επικεντρώνταν στο συνηθισμένο και το αυθεντικό όπως βρώμικοι δρόμοι, στενά διαμερίσματα και τα νεανικά πρόσωπα πρωταγωνιστών της εργατικής τάξης (π.χ., Albert Finney, Rita Tushingham).

3) Κινηματογράφηση και Καινοτομίες :
Απόρριψη της Παράδοσης: Το κίνημα αμφισβήτησε τις συμβάσεις του βρετανικού κινηματογράφου, πειραματιζόμενος με νέες τεχνικές κινηματογράφησης και προσεγγίσεις αφήγησης, επηρεασμένο από το ντοκιμαντερίστικο Free Cinema.
Cinéma Vérité και γυρίσματα σε Φυσικούς Χώρους (Location Shooting) : Χρήση φυσικού φωτισμού, φορητών καμερών (πχ. Arriflex) και γυρισμάτων σε πραγματικές τοποθεσίες, όπως εργοστάσια, στενά σοκάκια και εργατικές κατοικίες αντί για στούντιο, προσφέροντας μια αίσθηση αληθοφάνειας (veracity) και ενισχύωντας τον ρεαλισμό της ανάλογης αναπαράστασης, ώστε να αποδωθεί ο λεγόμενος Αστικός Ρεαλισμός. Οι τοποθεσίες ήταν στη Βόρεια Αγγλία και τα βιομηχανικά Midlands, με τα σπίτια, εργοστάσια και παμπ να αντικατοπτρίζουν τη βιομηχανική ζωή της εργατικής τάξης.
Cinéma Vérité και Ελεύθερη Κίνηση κάμερας : Η κάμερα έγινε πιο «ζωντανή» και αυθόρμητη, με χρήση φορητών καμερών (handheld) που ακολουθούσαν τους πρωταγωνιστές σε καθημερινές δραστηριότητες. Επηρεασμένες από το Free Cinema, οι κάμερες ήταν συχνά φορητές για να δημιουργήσουν μια αίσθηση αμεσότητας και αυτοσχεδιασμού, εγκαταλείποντας τις προσεκτικές, στατικές συνθέσεις του παραδοσιακού βρετανικού κινηματογράφου.
Ασπρόμαυρη Αισθητική και φωτισμός : Η χρήση υψηλού κοντράστ και κοκκώδους φιλμ (πχ. A Taste of Honey) ενίσχυε την αίσθηση του ρεαλισμού. Τα περισσότερα φιλμ ήταν ασπρόμαυρα, χρησιμοποιώντας σκληρές αντιθέσεις και φυσικό φωτισμό για να τονίσουν την «γκρίζα» πραγματικότητα της βιομηχανικής βόρειας Αγγλίας. Επιτυγχάνοντας να τονίσουν την τραχιά υφή του περιβάλλοντος, (πχ. Saturday Night και το Sunday Morning 1960). Ο φωτισμός ήταν συχνά νατουραλιστικός χαμηλών τόνων ή διάχυτος, με μελαγχολικότητα στην ατμόσφαιρα. Widescreen ως κάδρο εγκλωβισμού : Αντιστράφηκε ο ρόλος του CinemaScope για να τονίστεί η ασφυκτική ατμόσφαιρα των εσωτερικών χώρων και καταστάσεων (πχ. Sons and Lovers).

4) Επιρροή της Λογοτεχνίας:
Το κίνημα γεννήθηκε μέσα από τη λογοτεχνία και το θέατρο (πχ. John Osborne Look Back in Anger), αφού πολλές ταινίες διασκευάστηκαν ή εμπνεύστηκαν από τα έργα συγγραφέων «θυμωμένων νεαρών ανδρών», αντανακλώντας τα θέματά τους για κοινωνική κριτική και απογοήτευση.
5) Swinging London και εξέλιξη του οπτικού στυλ:
Ενώ η πρώιμη φάση (1959-1963) ορίστηκε από το σκληρό ασπρόμαυρο, στα μέσα της δεκαετίας του ’60, το κίνημα άρχισε να ενσωματώνει χρώμα και πιο στυλιζαρισμένες τεχνικές, προερχόμενες από την ευρύτερη αισθητική του «Swinging London», κάνοντας μετάβαση από τον ακατέργαστο ρεαλισμό σε πιο πειραματική φιλμική γλώσσα, εισήγαγαν το χρώμα και έναν πιο προκλητικό, κωμικό τόνο (πχ. Tom Jones 1963) με ελαφρύτερες, ταχύτερες οπτικές αφηγήσεις. Η οπτική θεματολογία μετατοπίστηκε από τις βιομηχανικές πόλεις του Βορρά στη λαμπερή και επαναστατική ατμόσφαιρα του Λονδίνου, ενίοτε σατιρίζοντάς τη μέσω της υπερβολής των αναπαραστάσεων (π.χ., Darling, 1965).

6) Υποκριτική :
Νατουραλισμός : Οι ηθοποιοί αναδείκνυαν έναν ψυχρό, έντονο ρεαλισμό στους ρόλους τους, παίζοντας δυσαρεστημένα, επαναστατικά και πολιτικά φορτισμένα άτομα που αμφισβητούσαν το κοινωνικό status quo.
Γλώσσα : Οι ηθοποιοί έδιναν έμφαση στις ρίζες της εργατικής τάξης, συχνά χρησιμοποιώντας τοπικές διαλέκτους αντί για την καθιερωμένη προφορά.
Γυναικείες ερμηνείες: Πραγματοποιούνταν με μια ειλικρινή, χωρίς λαμπερά στοιχεία αυθεντικότητα στους ρόλους, ξεφεύγοντας από τα συμβατικά, λαμπερά αρχέτυπα του καλλωπισμού, του μοιραίου θηλυκού ή της νοικοκυράς, ενσαρκώνοντας πρόσωπα δυναμικά αλλά ταυτόχρονα με αδυναμίες.

Χαραχτηριστικοί Σκηνοθέτες :
1) Tony Richardson
2) Karel Reisz
3) Lindsay Anderson
4) John Schlesinger
5) Jack Clayton
6) Ken Loach
7) Richard Lester
8) Peter Brook
9) Desmond Davis
10) Basil Dearden
11) Joan Littlewood
12) Joseph Losey
13) Robert Vas
14) Peter Watkins
15) Sidney J. Furie
16) Ken Russell

17) Monty Pythons

Χαραχτηριστικές ταινίες :
1) This sporting Life (1963) Lindsay Anderson
2) The White Bus (1967) Lindsay Anderson
3) If…. (1968) Lindsay Anderson
4) O Lucky Man! (1973) Lindsay Anderson
5) In Celebration (1975) Lindsay Anderson
6) Moderato cantabile (1960) Peter Brook
7) Lord of the Flies (1963) Peter Brook
8) Marat/Sade (1967) Peter Brook
9) King Lear (1970) Peter Brook
10) Room at the Top (1958) Jack Clayton
11) The Innocents (1961) Jack Clayton
12) The Pumpkin Eater (1964) Jack Clayton
13) Our Mother’s House (1967) Jack Clayton
14) Girl with Green Eyes (1964) Desmond Davis
15) The Uncle (1966) Desmond Davis
16) I Was Happy Here (1966) Desmond Davis
17) Victim (1961) Basil Dearden
18) All Night Long (1962) Basil Dearden
19) Life for Ruth (1962) Basil Dearden
20) The Mind Benders (1963) Basil Dearden
21) A Place to Go (1963) Basil Dearden
22) The Leather Boys (1964) Sidney J. Furie
23) The Boys (1962) Sidney J. Furie
24) A Hard Day’s Night (1964) Richard Lester
25) Help! (1965) Richard Lester
26) Petulia (1968) Richard Lester
27) The Bed Sitting Room (1969) Richard Lester
28) Sparrows Can’t Sing (1963) Richard Lester
29) French Dressing (1964) Ken Russell
30) Women in Love (1969) Ken Russell
31) The Boy Friend (1971) Ken Russell
32) The Devils (1971) Ken Russell
33) Savage Messiah (1972) Ken Russell
34) Poor Cow (1967) Ken Loach
35) Kes (1969) Ken Loach
36) Family Life (1971) Ken Loach
37) The Criminal (1960) Joseph Losey
38) Eva (1962) Joseph Losey
39) The Damned (1962) Joseph Losey
40) The Servant (1963) Joseph Losey
41) King & Country (1964) Joseph Losey

42) Accident (1967) Joseph Losey
43) Boom (1968) Joseph Losey
44) Secret Ceremony (1968) Joseph Losey
45) Figures in a Landscape (1970) Joseph Losey
46) The Go-Between (1971) Joseph Losey
47) Mr. Klein (1976) Joseph Losey
48) Don Giovanni (1979) Joseph Losey
49) Saturday Night and Sunday Morning (1960) Karel Reisz
50) Night Must Fall (1964) Karel Reisz
51) Morgan: A Suitable Case for Treatment (1966) Karel Reisz
52) Isadora (1968) Karel Reisz
53) Look Back in Anger (1959) Tony Richardson
54) The Entertainer (1960) Tony Richardson
55) Taste of Honey (1961) Tony Richardson
56) The Loneliness of the Long Distance Runner (1962) Tony Richardson
57) Tom Jones (1963) Tony Richardson
58) The Loved One (1965) Tony Richardson
59) Mademoiselle (1966) Tony Richardson
60) The Sailor from Gibraltar (1967) Tony Richardson
61) The Charge of the Light Brigade (1968) Tony Richardson
62) Laughter in the Dark (1969) Tony Richardson
63) A Kind of Loving (1962) John Schlesinger
64) Billy Liar (1963) John Schlesinger
65) Darling (1965) John Schlesinger
66) Far from the Madding Crowd (1967) John Schlesinger
67) Refuge England (1959) Robert Vas
68) The Vanishing Street (1962) Robert Vas
69) The Web (1956) Peter Watkins
70) The Field of Red (1958) Peter Watkins
71) The Diary of an Unknown Soldier (1959) Peter Watkins
72) The Forgotten Faces (1961) Peter Watkins
73) The Controllers (1963) Peter Watkins
74) And Now for Something Completely Different (1971) Monty Python
75) Monty Python and the Holy Grail (1975) Monty Python
76) Monty Python’s Life of Brian (1979) Monty Python
77) Monty Python Live at the Hollywood Bowl (1982) Monty Python
78) The Meaning of Life (1983) Monty Python

Monty Python :
Μέρος της αντικουλτούρας του βρετανικού κινηματογράφου της δεκαετίας του 1970, έφεραν επανάσταση στην κωμωδία μέσω του σουρεαλισμού, της καυστικότητας, του κυνισμού και της αναρχικού περιεχομένου σάτιρας, στοχεύοντας στην εξουσία, τη θρησκεία και τη βρετανική συντηρητική κουλτούρα. Το έργο τους, ιδιαίτερα το «Monty Python and the Holy Grail» (1975), συνδυάζει τον παραλογισμό με την ιστορική παρωδία, χρησιμοποιώντας ασυναρτησίες, μετα-χιούμορ και Ανιμέισον για να διαταράξει τις παραδοσιακές κωμικές δομές. Έφεραν επανάσταση στο βρετανικό χιούμορ, εντελώς διαφορετικού τύπου από τα καθιερωμένα χιουμοριστικά έργα που γυριζόντουσαν από τα στούντιο (πχ. Carry On), επαναπροσδιορίζοντας στη Βρετανία το είδος, συνδυάζοντας διανοητικές αναφορές με lowbrow slapstick, προς ένα πρωτότυπου και μοναδικού τότε ύφους σάτιρας. Ενώ το «Βρετανικό Νέο Κύμα» είχε θεμέλιο λίθο τον ρεαλισμό του Σινεμά του Νεροχύτη τέλη 50ς έως μέσα 60ς, οι Monty Python εμφανίστηκαν στα τέλη των 60ς, μια περίοδο κατά την οποία η βιομηχανία του θεάματος είχε αρχίσει να ενσωματώνει το πειραματικό στυλ της εποχής από το Underground Cinema, επιτρέποντας πιο αμφιλεγόμενες εννοιολογικά ταινίες. Αρχικά, τα σκετς τους, αψηφούν τη λογική, μεταβαίνοντας απότομα από τα τετριμμένα σε οξύμωρα συμπεράσματα, παρουσιάζοντας το παράλογο της καθημερινότητας, (π.χ. The Ministry of Silly Walks), με θεματική που χλευάζει την αστυνομία, τη βασιλική οικογένεια, το θρησκευτικό δόγμα και τον ακαδημαϊκό χώρο, υποβιβάζοντάς τους σε καρικατούρες. Επίσης, συνέχεια αναδεικνύουν του Σινεμά το κατασκευαστικό και τη ρευστότητά του, προβοκάροντας το θεατή, με απόγειο το «Άγιο Δισκοπότηρο» όπου οι χαρακτήρες παραδέχονται ρητά ότι βρίσκονται σε ένα φιλμ, έχοντας αποκορύφωμα την αποτύπωση μιας αστυνομικής επιδρομής που το τερματίζει. Αναμφίβολα, εμβληματικά σκετς τους είναι ο Μαύρος Ιππότης («’tis but a scratch»), The Knights Who Say «Ni», Football Philosophers, The Spanish Inquisition, Spam, The Lumberjack Song, Argument Clinic και The Upper Class Twit of the Year. Η κινηματογράφησή τους περιείχε ευρεία ή πανοραμικά πλάνα, με ενίοτε τα κάδρα τους εμπνευσμένα από το γενικότερο Νέο Κύμα του Κινηματογράφου, στοιχειοθετημένα με αναφορές όπως στον ζωγράφο Bruegel και στον σκηνοθέτη Pasolini, με γυρίσματα επί τόπου στη Σκωτία για να τεκμηριώσουν τον παραλογισμό, με τους χαρακτήρες να αλληλεπιδρούν άμεσα με την κάμερα, χρησιμοποιώντας μετα-χιούμορ και απότομα, σουρεαλιστικά ή «μη κινηματογραφικά» τέλη. Παράλληλα, λόγω οικονομικών περιορισμών, χρησιμοποιούσαν ευρηματικά μέσα όπως αντικείμενα που υπονοούσαν έννοιες ή ανιμέισον, με τα υπερβατικά, κομμένα κινούμενα σχέδια του Terry Gilliam να γεφυρώνουν σκηνές, παρέχοντας μια ενοχλητική, καλλιτεχνική αντίθεση με τις ζωντανές σκηνές δράσης, που αναστατώνει και εξιτάρει. Ταυτόχρονα, ο ήχος και η μουσική είναι θεμελιώδεις για την σουρεαλιστική κωμωδία τους, λειτουργώντας ως εργαλείο ανατροπής, χάους και χιούμορ. Έπειτα, με την κλασική μουσική ειρωνευόντουσαν την υποκρισία των γεγονότων, και με απότομες ηχητικές αλλαγές ή διηγητικό ήχο, διατάραζαν την εξιστόρηση για να παρωδήσουν τις κινηματογραφικές και κοινωνικές συμβάσεις, υπονομεύοντας την αυθεντία του BBC και της υψηλής κουλτούρας, με τις μελωδίες να κάνει τα σοβαρά, νηφάλια οπτικά στοιχεία να φαίνονται γελοία. Αποκορύφωμα, η χρήση των κελυφών καρύδας για την προσομοίωση οπλών αλόγων στο Άγιο Δισκοπότηρο, που έγινε ένα επαναλαμβανόμενο αστείο μετέπειτα, μετατρέποντας το περιορισμό της έλλειψης αλόγων, σε ένα σήμα κατατεθέν της παράλογης αισθητικής τους. Φυσικά, με έντονες αντιθέσεις στον ήχο, από μεγαλοπρεπή, ορχηστρική μουσική σε ξαφνική σιωπή ή παραμορφωμένο, θορυβώδη, αποσκοπούσε να καταστρέψει οποιαδήποτε ένταση ή βύθιση του θεατή που είχε δημιουργηθεί. Συγχρόνως, μουσικές συνεισφορές του Eric Idle όπως το»The Lumberjack Song» ή το «Sit On My Face» διαδραμάτιζαν ρόλο ως μετα-σχόλια, παρωδώντας(πχ. «The Song That Goes Like This» του Andrew Lloyd Webber), και παρέχοντας απροσδόκητες παύσεις στη δράση. Μετά, ο επαναλαμβανόμενη, βροντερή ηχητική (πχ. «Knights Who Say Ni!», «Foot of Cupid») στα τμήματα κινουμένων σχεδίων, επιτελούσε σαν θεματική στίξη, ενισχύοντας την παράλογη φύση του σύμπαντος που δημιούργησαν. Ύστερα, με τεχνικές κανάβου («Checkerboard» Technique) έκρυβαν τα κοψίματα, χρησιμοποιώντας ένα σύστημα όπου εναλλασσόμενα πλάνα τοποθετούνταν σε διαφορετικά ρολά (A, B, C), δημιουργώντας απρόσκοπτες μεταβάσεις σε γρήγορες σκηνές. Άλλοτε οι λήψεις είχαν βάση τη συναισθηματική μνήμη και άλλοτε την αντικειμενική χρήση του μοντάζ. Επιπλέον με γρήγορα κοψίματα ή ελλειπτικά ή αποσπασματικά ρακόρ, αποπροσανατόλιζαν το θεατή και ενέτειναν τη ψυχική φόρτιση. Επειδή ήταν πρώτα και κύρια σεναριογράφοι, οι ρόλοι ανατέθηκαν σε όποιον ταίριαζε καλύτερα στον χαρακτήρα για το συγκεκριμένο σκετς, επιτυγχάνοντας ένα ευέλικτο συνεργατικό περιβάλλον και τον ανάλογο αυτοσχεδιασμό. Τέλος, οι ερμηνείες ήταν υπερβολικές, με έντονη κινησιολογία και σωματικές εκφράσεις, συνοδευόμενες από ιδιόμορφους τόνους φωνητικά, ή πότε πότε σοβαρής υφής που κορύφωνε το παράταιρο των διαφαινομένων δράσεων.  Αδιαμφισβήτητα οι Μόντυ Πάιοθν, πιονεροί του Σινεμά, με διαχρονική αξία και πρότυποι για την ανάπτυξη φιλμογραφίας γελοιογραφικού περιεχομένου, με τα δημιουργήματά τους να εντυπωσιάζουν και να θαυμάζονται στο διηνεκές.

Life of Brian 1979 Monty Python :
Σάτιρα για τη δογματική πίστη, τον πολιτικό φανατισμό και τον παραλογισμό της νοοτροπίας του όχλου, μέσω της ιστορίας του Μπράιαν Κοέν, ενός απρόθυμου, τυχαίου μεσσία που μπερδεύεται με τον Ιησού στην Ιουδαία της Ρωμαιοκρατίας, ασκώντας δεικτική κριτική στην οργανωμένη θρησκεία χωρίς να επιτίθεται στην προσωπική πίστη, και στον τρόπο με τον οποίο δημιουργούνται οι οπαδοί οποιασδήποτε ιδεολογίας ή κατάστασης. Αρχικά, χλευάζει την ανθρώπινη επιθυμία να ακολουθεί κανείς τυφλά ηγέτες, ανεξαρτήτου αξίας, δίχως διερεύνησης των ικανοτήτων τους, ψάχνοντας στο πρόσωπό τους κάτι το ανώτερο που θα επιφέρει τη λύση των δεινών και το παράδεισο επί Γης, αναδεικνύοντας τον παραλογισμό της κομφορμιστικής σκέψης της μάζας και το πώς οι φανατισμένοι παίρνουν απλές, παρερμηνευμένες πράξεις, για να τις μετατρέψουν σε περίτεχνο, ανόητο δόγμα. Επίσης, σατιρίζεται ο φραξιονισμός εντός των πολιτικών κινημάτων, μέσω των μετώπων απελευθέρωσης της Ιουδαίας (Λαϊκό Μέτωπο της Ιουδαίας εναντίον Ιουδαϊκού Λαϊκού Μετώπου), που σπαταλούν περισσότερο χρόνο λοχομαχώντας για ανούσιες ιδεολογικές διαφορές μεταξύ τους παρά να πράξουν εναντίον των Ρωμαίων (ιδεολογικός εχθρός-δυνάστης) με ουσία. Έπειτα, γυρισμένο στην Τυνησία, με φυσικό, σκληρό φωτισμό της ερήμου και εκτεταμένα, ξεθωριασμένα από τον ήλιο πανοραμικά πλάνα της Βόρειας Αφρικής, αποδίδει μια ρεαλιστική ατμόσφαιρα που απογειώνει την ειρωνική προσέγγιση της ιστορίας, συγχρόνως μιμούμενο την αισθητική σοβαρών βιβλικών επών, που μεγιστοποιεί τον παραλογισμό των εξιστορούμενων. Παράλληλα, με ευρεία  πλάνα, επιτυγχάνει τη χαοτική, απρόσωπη υφή που έχουν τα πλήθη, καταδεικνύοντας το λόγο που δρουν δίχως λογική, με την άμεση σκηνοθεσία να δίνει προτεραιότητα στις ερμηνείες και τους διαλόγους. Ταυτόχρονα, η κάμερα είτε παραμένει στατική ή είτε ακολουθεί τους χαρακτήρες με απλό τρόπο, αποφεύγοντας τα περίπλοκα εφέ, ώστε να μην αποσπάται η προσοχή από το σατιρικό περιεχόμενο. Μετά, το ντοκιμαντέρ οπτικό στυλ κάνει τον παραλογισμό του διαλόγου πιο αστείο, λειτουργώντας ως άμεση αντίθεση με την κωμωδία. Κατόπιν, το μοντάζ του Doyle χαρακτηρίζεται από εξαιρετική ακρίβεια στον χρόνο, κάτι απαραίτητο για να λειτουργήσουν τα «mispronunciation gags» και οι διάλογοι. Σε αντίθεση με το The Holy Grail, το οποίο έμοιαζε με συλλογή από σκετς, το Life of Brian διατηρεί μια συνεχή αφηγηματική ροή. Κατά τη διάρκεια του μοντάζ, αφαιρέθηκαν ολόκληρες σκηνές (όπως η αμφιλεγόμενη σκηνή με τον «Otto») για να μην αποδυναμωθεί ο ρυθμός της ταινίας. Συνάμα, οι εναλλαγές μεταξύ πλάνων εύρους (Widescreen) της Ρωμαϊκής κατοχής, ή του όχλου ή του πλήθους και κοντινών που αφορούν τους χαρακτήρες, αποδίδουν παραστατικά τον παραλογισμό των πολιτικών εσωτερικών διαμαχών ή του θρησκευτικού δόγματος. Ακολούθως, τα κοψίματα δίδουν έμφαση στα γρήγορα, πνευματώδη λογοπαίγνια, διασφαλίζοντας ότι ο ρυθμός σπάνια επιβραδύνεται, ακόμη και κατά τη διάρκεια περίπλοκων διαλόγων. Εναργώς, ο ήχος λειτουργεί για να αποδομήσει τη θρησκευτική ευλάβεια, και το μεγαλοπρεπές του είδους των Ιστορικών επών, που υπάρχει στον κραταιό κινηματογράφο, όπως στη σκηνή του κηρύγματος που η διακωμώδηση βασίζεται εξ ολοκλήρου στο ηχητικό, αφού πιστοί που βρίσκονται στο βάθος δεν ακούν καλά τον Ιησού, με αποτέλεσμα να παρερμηνεύουν τα λόγια του (π.χ. «Blessed are the cheesemakers» αντί για «peacemakers»), καταδεικνύοντας έτσι την παρανόηση των θρησκευτικών μηνυμάτων. Άλλοτε με φωνητικές ιδιαιτερότητες, εξαιτίας της χρήσης προφορών και ομιλιών με ελαττώματα (πχ. ο Πόντιος Πιλάτος που δεν μπορεί να προφέρει το γράμμα «R») γελοιοποιούνται η αυθεντία και η εξουσία. Συμπληρωματικά, η μουσική διαδραματίζει και ατμοσφαιρικό ρόλο, που υφίσταται συνδυαστικά από τα κλασικά κομμάτια (πχ. Dies Irae από το Ρέκβιεμ του Mozart) και συνθέσεις (πχ. «Vision of Fear») αποδίδοντας βάρος σε στιγμές που στη συνέχεια ανατρέπονται κωμικά.
Φυσικά δρα ρυθμικά, απογειώνοντας τη φαρσικού τρόπου διήγηση και το ενδιαφέρον του θεατή. Αναμφίβολα, οι ερμηνείες εξισορροπούν τον σατιρικό παραλογισμό με τον προσγειωμένο ρεαλισμό, επιτρέποντας την κριτική για την πολιτική και την τυφλή πίστη, να αντηχεί μέσα από τους πρωταγωνιστές και όχι μόνο από τα αστεία, εξού είναι υπερβολικές με μορφή καρικατούρας, ακραίες εκφράσεις προσώπου και φωνής μαζί με γλαφυρές σωματικές κινήσεις. Περιβόητη, η σκηνή με την ορθογραφία μεταξύ Μπράιαν και Εκατόνταρχου, που σαρκάζει το ύφος ενός διευθυντή δημόσιου σχολείου που καταπιάνεται επιφανειακά με το νόημα του μηνύματος, αφού τον απασχολεί μόνο η γραμματική, ενώ ταυτόχρονα δείχνει την αξία του λεκτικού κώδικα και πως τα λάθη αλλάζουνε την σημειολογία. Τέλος, λογοκρίθηκε και απαγορεύτηκε σε περιοχές στην Αγγλία και στον υπόλοιπο κόσμο, εξαιτίας της θεματολογίας της. Αδιαμφισβήτητα κορωνίδα διαχρονικά της δηκτικής κωμωδίας, που υπήρξε πρότυπο παγκοσμίως ως κινηματογραφική γλώσσα και αποτύπωσης μηνυμάτων προς το κοινό.

Σχεδίασε έναν Ιστότοπο όπως αυτός με το WordPress.com
Ξεκινήστε