‘Οψεις στα Κινηματογραφικά Ρεύματα Τρίτη 10/02 στις 19:45

‘Οψεις στα Κινηματογραφικά Ρεύματα

Τρίτη 10/02 στις 19:45

Παρουσίαση : Ο προεξέχων ρόλος, η αντίληψη και διαχείριση του αθλητισμού στη κοινωνία, όπου συγκλίνουν, συνυπάρχουν και αλληλεπιδρούν οι ετερόκλητες κοινωνικές διαστρωματώσεις πιο κοντά από οπουδήποτε, στην ιντριγκαδόρικη απεικόνιση του This Sporting Life (Η τιμή ενός Ανθρώπου 1963) του Lindsay Anderson.

Βρετανικό Νέο Κύμα (Free Cinema, Σινεμά του Νεροχύτη ή Kitchen Shink Cinema, Swinging London) : 
Το Βρετανικό Νέο Κύμα τη δεκαετία του 1960, ήταν ένα κίνημα που είχε τρεις φάσεις, το “Free Cinema” (1956–1959) με μικρού μήκους ντοκιμαντέρ, το “Kitchen Sink Cinema” που χαρακτηριζόταν από τον ρεαλισμό, τον κοινωνικό σχολιασμό και την διερεύνηση της ζωής της
εργατικής τάξης τοποθετημένα στις αντίστοιχες γειτονιές, προερχόμενο από το προηγούμενο κίνημα του Free Cinema, και το “Swinging London” που ήταν μετάβαση σε πιο στυλιζαρισμένες οπτικά θεματικές με στροφή προς τη σάτιρα και χωροταξία πλέον το Λονδίνο. Έγινε αλλαγή
από τις παραδοσιακές παραγωγές που βασίζονταν σε στούντιο για τα γυρίσματα με πιο πειραματικές τεχνικές, που συχνά αντανακλούσαν το μεταβαλλόμενο κοινωνικό τοπίο της Βρετανίας. Το British New Wave σηματοδότησε μια ριζική στροφή από το «stiff upper lip» σινεμά της δεκαετίας του ’50 προς μια ωμή, ρεαλιστική απεικόνιση της εργατικής τάξης. Το κίνημα αυτό, γνωστό και ως Kitchen Sink Realism, αρχικά εστίασε στους «οργισμένους νέους» (Angry Young Men) και τις κοινωνικές εντάσεις της βιομηχανικής Βόρειας Αγγλίας. Έφερε επανάσταση στο οπτικό στυλ, με εικονοπλασία βασισμένη στην τραχιά τοποθεσία των συνοικιών των κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων, με αρχικά ασπρόμαυρη και έπειτα έγχρωμη κινηματογράφηση, με φυσικό φωτισμό, φορητές κάμερες και πλάνα υφής ντοκιμαντέρ για να
αποτυπώσει την αυθεντική, συχνά ζοφερή, ζωή της εργατικής τάξης, δημιουργώντας μια νέα, ακατέργαστη και σοκαριστική οπτική γλώσσα. Επίσης μεταρρύθμισε την υποκριτική, αντικαθιστώντας τις θεατρικές ερμηνείες με ακατέργαστες, ρεαλιστικές απεικονίσεις
χαρακτήρων, επιτρέποντας τις εκάστοτε λαϊκές προφορές για να αναδειχθεί παραστατικά η διαφοροποίηση των ομάδων του Εγγλέζικου πληθυσμού. Επιπλέον, διατηρήθηκε μια πιο στιβαρή αφηγηματική δομή, δίνοντας έμφαση στην κοινωνική αλήθεια παρά στον ρηξικέλευθο
πειραματισμό της φόρμας. Τέλος, στη φάση του “Swinging London”, άλλαξε η κινηματογραφική ραχοκοκαλιά, από τον σκληρό, εργατικό ρεαλισμό του «Σινεμά του Νεροχύτη» των αρχών της δεκαετίας του 1960 σε μια πιο στυλιζαρισμένη, ηδονιστική και πολύχρωμη εστίαση στην νεανική
κουλτούρα. Παρόλο που ακολουθούσε το αρχικό κίνημα του New Wave, επικεντρώθηκε περισσότερο στην αισθητική και τη μόδα της ποπ αρτ.

Βασικά Χαρακτηριστικά

1) Ρεαλισμός :
Οι βρετανικές ταινίες του Νέου Κύματος στο “Free Cinema” και στο “Kitchen Sink Cinema” συχνά απεικόνιζαν τις αδυσώπητες πραγματικότητες της ζωής της εργατικής τάξης, τα κοινωνικά ζητήματα και τις απογοητεύσεις των απλών ανθρώπων.

2) Κοινωνικά Σχόλια :
Η θεματολογία ασχολούνταν με κοινωνικά προβλήματα όπως η ταξική ανισότητα, η ανεργία και οι προκλήσεις που αντιμετώπιζαν οι νέοι.
Η Εργατική Τάξη ως Πρωταγωνιστής: Για πρώτη φορά, οι ήρωες δεν ήταν καρικατούρες, αλλά άνθρωποι με πραγματικά πάθη και αδιέξοδα.

Κοινωνικά Ταμπού: Οι ταινίες πραγματεύονταν τολμηρά θέματα για την εποχή, όπως οι εκτρώσεις, η απιστία και η ομοφυλοφιλία (πχ. The Leather Boys).
Το «Grim North»: Η τοποθεσία έπαιζε ρόλο «χαρακτήρα», με τα γκρίζα εργοστάσια και τα πλινθόκτιστα σπίτια να συμβολίζουν την περιθωριοποίηση, ώστε να απεικονίζει εύγλωττα την κοινωνική ανέχεια.
Εικόνες Αντι-Ηρώων («Angry Young Man») : Το οπτικό πλαίσιο συχνά τόνιζε την απομόνωση ή την ανυπακοή των νεαρών ανδρών της εργατικής τάξης, παγιδευμένων από τις κοινωνικές συνθήκες. Οι εικόνες συχνά επικεντρώνονταν σε έναν μόνο κεντρικό πρωταγωνιστή, αποτυπώνοντας την ψυχολογία και την αποξένωσή του μέσα από κοντινά πλάνα και
εκφραστική υποκριτική.
Εστίαση στην Καθημερινή Ζωή: Τα γραφικά επικεντρώνταν στο συνηθισμένο και το αυθεντικό όπως βρώμικοι δρόμοι, στενά διαμερίσματα και τα νεανικά πρόσωπα πρωταγωνιστών της εργατικής τάξης (π.χ., Albert Finney, Rita Tushingham).

3) Κινηματογράφηση και Καινοτομίες :Απόρριψη της Παράδοσης: Το κίνημα αμφισβήτησε τις συμβάσεις του βρετανικού κινηματογράφου, πειραματιζόμενος με νέες τεχνικές κινηματογράφησης και προσεγγίσεις
αφήγησης, επηρεασμένο από το ντοκιμαντερίστικο Free Cinema.
Cinéma Vérité και γυρίσματα σε Φυσικούς Χώρους (Location Shooting) : Χρήση φυσικού φωτισμού, φορητών καμερών (πχ. Arriflex) και γυρισμάτων σε πραγματικές τοποθεσίες, όπως εργοστάσια, στενά σοκάκια και εργατικές κατοικίες αντί για στούντιο, προσφέροντας μια
αίσθηση αληθοφάνειας (veracity) και ενισχύωντας τον ρεαλισμό της ανάλογης αναπαράστασης, ώστε να αποδωθεί ο λεγόμενος Αστικός Ρεαλισμός. Οι τοποθεσίες ήταν στη Βόρεια Αγγλία και τα βιομηχανικά Midlands, με τα σπίτια, εργοστάσια και παμπ να αντικατοπτρίζουν τη
βιομηχανική ζωή της εργατικής τάξης. Cinéma Vérité και Ελεύθερη Κίνηση κάμερας : Η κάμερα έγινε πιο «ζωντανή» και αυθόρμητη, με
χρήση φορητών καμερών (handheld) που ακολουθούσαν τους πρωταγωνιστές σε καθημερινές δραστηριότητες. Επηρεασμένες από το Free Cinema, οι κάμερες ήταν συχνά φορητές για να δημιουργήσουν μια αίσθηση αμεσότητας και αυτοσχεδιασμού, εγκαταλείποντας τις προσεκτικές, στατικές συνθέσεις του παραδοσιακού βρετανικού κινηματογράφου.
Ασπρόμαυρη Αισθητική και φωτισμός : Η χρήση υψηλού κοντράστ και κοκκώδους φιλμ (πχ. A Taste of Honey) ενίσχυε την αίσθηση του ρεαλισμού. Τα περισσότερα φιλμ ήταν ασπρόμαυρα, χρησιμοποιώντας σκληρές αντιθέσεις και φυσικό φωτισμό για να τονίσουν την «γκρίζα»
πραγματικότητα της βιομηχανικής βόρειας Αγγλίας. Επιτυγχάνοντας να τονίσουν την τραχιά υφή του περιβάλλοντος, (πχ. Saturday Night και το Sunday Morning 1960). Ο φωτισμός ήταν συχνά νατουραλιστικός χαμηλών τόνων ή διάχυτος, με μελαγχολικότητα στην ατμόσφαιρα.
Widescreen ως κάδρο εγκλωβισμού : Αντιστράφηκε ο ρόλος του CinemaScope για να τονίστεί η ασφυκτική ατμόσφαιρα των εσωτερικών χώρων και καταστάσεων (πχ. Sons and Lovers).

4) Επιρροή της Λογοτεχνίας:
Το κίνημα γεννήθηκε μέσα από τη λογοτεχνία και το θέατρο (πχ. John Osborne Look Back in Anger), αφού πολλές ταινίες διασκευάστηκαν ή εμπνεύστηκαν από τα έργα συγγραφέων «θυμωμένων νεαρών ανδρών», αντανακλώντας τα θέματά τους για κοινωνική κριτική και απογοήτευση.
5) Swinging London και εξέλιξη του οπτικού στυλ:
Ενώ η πρώιμη φάση (1959-1963) ορίστηκε από το σκληρό ασπρόμαυρο, στα μέσα της δεκαετίας του ’60, το κίνημα άρχισε να ενσωματώνει χρώμα και πιο στυλιζαρισμένες τεχνικές, προερχόμενες από την ευρύτερη αισθητική του «Swinging London», κάνοντας μετάβαση από τον ακατέργαστο ρεαλισμό σε πιο πειραματική φιλμική γλώσσα, εισήγαγαν το χρώμα και έναν πιο προκλητικό, κωμικό τόνο (πχ. Tom Jones 1963) με ελαφρύτερες, ταχύτερες οπτικές αφηγήσεις. Η οπτική θεματολογία μετατοπίστηκε από τις βιομηχανικές πόλεις του Βορρά στη λαμπερή και επαναστατική ατμόσφαιρα του Λονδίνου, ενίοτε σατιρίζοντάς τη μέσω της υπερβολής των αναπαραστάσεων (π.χ., Darling, 1965).

6) Υποκριτική :
Νατουραλισμός : Οι ηθοποιοί αναδείκνυαν έναν ψυχρό, έντονο ρεαλισμό στους ρόλους τους, παίζοντας δυσαρεστημένα, επαναστατικά και πολιτικά φορτισμένα άτομα που αμφισβητούσαν το κοινωνικό status quo.
Γλώσσα : Οι ηθοποιοί έδιναν έμφαση στις ρίζες της εργατικής τάξης, συχνά χρησιμοποιώντας τοπικές διαλέκτους αντί για την καθιερωμένη προφορά.
Γυναικείες ερμηνείες: Πραγματοποιούνταν με μια ειλικρινή, χωρίς λαμπερά στοιχεία αυθεντικότητα στους ρόλους, ξεφεύγοντας από τα συμβατικά, λαμπερά αρχέτυπα του καλλωπισμού, του μοιραίου θηλυκού ή της νοικοκυράς, ενσαρκώνοντας πρόσωπα δυναμικά αλλά ταυτόχρονα με αδυναμίες.

Χαραχτηριστικοί Σκηνοθέτες :
1) Tony Richardson
2) Karel Reisz
3) Lindsay Anderson
4) John Schlesinger
5) Jack Clayton
6) Ken Loach
7) Richard Lester
8) Peter Brook
9) Desmond Davis
10) Basil Dearden
11) Joan Littlewood
12) Joseph Losey
13) Robert Vas
14) Peter Watkins
15) Sidney J. Furie
16) Ken Russell

Χαραχτηριστικές ταινίες :
1) This sporting Life (1963) Lindsay Anderson
2) The White Bus (1967) Lindsay Anderson
3) If…. (1968) Lindsay Anderson
4) O Lucky Man! (1973) Lindsay Anderson
5) In Celebration (1975) Lindsay Anderson
6) Moderato cantabile (1960) Peter Brook
7) Lord of the Flies (1963) Peter Brook
8) Marat/Sade (1967) Peter Brook
9) King Lear (1970) Peter Brook
10) Room at the Top (1958) Jack Clayton
11) The Innocents (1961) Jack Clayton
12) The Pumpkin Eater (1964) Jack Clayton
13) Our Mother’s House (1967) Jack Clayton
14) Girl with Green Eyes (1964) Desmond Davis
15) The Uncle (1966) Desmond Davis
16) I Was Happy Here (1966) Desmond Davis
17) Victim (1961) Basil Dearden
18) All Night Long (1962) Basil Dearden
19) Life for Ruth (1962) Basil Dearden
20) The Mind Benders (1963) Basil Dearden
21) A Place to Go (1963) Basil Dearden
22) The Leather Boys (1964) Sidney J. Furie
23) The Boys (1962) Sidney J. Furie
24) A Hard Day’s Night (1964) Richard Lester
25) Help! (1965) Richard Lester
26) Petulia (1968) Richard Lester
27) The Bed Sitting Room (1969) Richard Lester
28) Sparrows Can’t Sing (1963) Richard Lester
29) French Dressing (1964) Ken Russell
30) Women in Love (1969) Ken Russell
31) The Boy Friend (1971) Ken Russell
32) The Devils (1971) Ken Russell
33) Savage Messiah (1972) Ken Russell
34) Poor Cow (1967) Ken Loach
35) Kes (1969) Ken Loach
36) Family Life (1971) Ken Loach
37) The Criminal (1960) Joseph Losey
38) Eva (1962) Joseph Losey
39) The Damned (1962) Joseph Losey
40) The Servant (1963) Joseph Losey
41) King & Country (1964) Joseph Losey
42) Accident (1967) Joseph Losey
43) Boom (1968) Joseph Losey

44) Secret Ceremony (1968) Joseph Losey
45) Figures in a Landscape (1970) Joseph Losey
46) The Go-Between (1971) Joseph Losey
47) Mr. Klein (1976) Joseph Losey
48) Don Giovanni (1979) Joseph Losey
49) Saturday Night and Sunday Morning (1960) Karel Reisz
50) Night Must Fall (1964) Karel Reisz
51) Morgan: A Suitable Case for Treatment (1966) Karel Reisz
52) Isadora (1968) Karel Reisz
53) Look Back in Anger (1959) Tony Richardson
54) The Entertainer (1960) Tony Richardson
55) Taste of Honey (1961) Tony Richardson
56) The Loneliness of the Long Distance Runner (1962) Tony Richardson
57) Tom Jones (1963) Tony Richardson
58) The Loved One (1965) Tony Richardson
59) Mademoiselle (1966) Tony Richardson
60) The Sailor from Gibraltar (1967) Tony Richardson
61) The Charge of the Light Brigade (1968) Tony Richardson
62) Laughter in the Dark (1969) Tony Richardson
63) A Kind of Loving (1962) John Schlesinger
64) Billy Liar (1963) John Schlesinger
65) Darling (1965) John Schlesinger
66) Far from the Madding Crowd (1967) John Schlesinger
67) Refuge England (1959) Robert Vas
68) The Vanishing Street (1962) Robert Vas
69) The Web (1956) Peter Watkins
70) The Field of Red (1958) Peter Watkins
71) The Diary of an Unknown Soldier (1959) Peter Watkins
72) The Forgotten Faces (1961) Peter Watkins
73) The Controllers (1963) Peter Watkins

Lindsay Anderson :
Ήταν ένας από τους σημαντικότερους Βρετανούς σκηνοθέτες, κριτικούς και βασικό πρόσωπο των κινημάτων Free Cinema και British New Wave, γνωστός για το έντονα ασυμβίβαστο και πολιτικά φορτισμένο καλλιτεχνικό του όραμα. Το έργο του, με χαραχτηριστικότερα έργα τα If….
(1968) και This Sporting Life (1963), συνδύαζε τον σκληρό ρεαλισμό με τον σουρεαλισμό για να ασκήσει κριτική στη βρετανική κοινωνική τάξη, τους θεσμούς και την πολιτιστική στασιμότητα.
Ξεκινώντας από τη δημιουργία ντοκιμαντέρ, αποστασιοποιήθηκε από τον κομψό, βρετανικό κινηματογράφο της ανώτερης μεσαίας τάξης για να αγκαλιάσει την πραγματικότητα της εργατικής τάξης, απεικονίζοντας τη καθημερινή ζωής (πχ.Day Except Christmas), αφού πίστευε ότι ο κινηματογράφος πρέπει να δείχνει τους «συνηθισμένους ανθρώπους» ως κεντρική θεαματική. Εξέφραζε ότι η καλλιτεχνική του δέσμευση ήταν «μη αγγλική», τοποθετώντας τον εαυτό του ενάντια σε μια πολιτισμική συναίνεση που θεωρούσε ως πατερναλιστική προς τις τέχνες και βαθιά ριζωμένη σε ένα άκαμπτο ταξικό σύστημα. Οι σοκαριστικές, βίαιες ή παράλογες εικόνες του διαταράξαν τις συμβατικές αφηγήσεις, με αποτέλεσμα να ταρακουνήσει το κοινό από τον εφησυχασμό του, έχοντας ως βασική αρχή φιλοσοφίας ότι η ταινία πρέπει να είναι μια προσωπική δήλωση, όχι ένα εμπορικό προϊόν, αναδεικνύοντας το σκηνοθέτη ως την
κεντρική, ελεγκτική δημιουργική δύναμη. Παράλληλα ως κριτικός στο Sight and Sound, υποστήριζε ότι ένας καλλιτέχνης δεν μπορεί να είναι αντικειμενικός και οφείλει να παίρνει θέση απέναντι στην κοινωνία. Χαρακτηρίζεται από μια απηνή, αντιπαραθετική αισθητική που
συνδυάζει τον ρεαλισμό του ντοκιμαντέρ με τον συμβολικό, ποιητικό σουρεαλισμό για να αμφισβητήσει τις βρετανικές κοινωνικές συμβάσεις και τους κινηματογραφικούς κανόνες.
Δουλεύοντας συχνά με κινηματογραφιστές όπως ο Μίροσλαβ Όντριτσεκ, οι ταινίες του διακατέχονται από αυστηρή, τύπου αυτοσχέδιου φωτογραφία, με απότομες εναλλαγές χρώματος ή τόνων και έντονα κοντινά πλάνα για να αναδείξουν την ταξική πάλη και την ατομική
εξέγερση και υφή παρατηρητικής κάμερας για να αποκαλύψουν την «ποίηση της καθημερινής ζωής», ενώ ταυτόχρονα αναδιάρθωσε την παραδοσιακή αφήγηση για υποδηλώσει μετατοπίσεις στην ψυχική κατάσταση των πρωταγωνιστών και να ενισχύσει την μπρεχτική, επαναστατική φύση της ταινίας. Επίσης, γεφύρωνε το κυνικό ρεαλισμό με σουρεαλιστικές, αλληγορικές στιγμές. Παρά τη φαινομενική του χαλαρότητα, το έργο του ήταν εξαιρετικά ελεγχόμενο, εστιάζοντας σε έντονα πορτρέτα χαρακτήρων και κάνοντας καταγραφές με την κάμερα που τόνιζαν ότι η ύπαρξη του ατόμου βρίσκεται μέσα σε ένα περιοριστικό περιβάλλον. Στα πρώιμα ντοκιμαντέρ του, (πχ. Every Day Except Christmas 1957), αξιοποιούσε ντουμπλαρισμένες φωνές με σχεδόν μουσικό τρόπο, καθώς δεν διέθετε εξοπλισμό σύγχρονου ήχου, δίδοντας μια λυρική και ανθρωπιστική διάσταση στην απεικόνιση της εργατικής τάξης, το οποίο αποσπασματικά εμφανίζεται και στα μεταγενέστερα έργα του. Επιπροσθέτως ακόμη και όταν υπάρχει μουσική, εμφανίζεται ως στοιχείο του χώρου δράσης, συμπληρώνοντας αρμονικά τα γεγονότα, κορυφώνοντας την ένταση των στιγμών σε συνδυασμό με τους έντονους άλλους περιβαλλοντικούς ήχους. Υποστήριζε ότι το σωστό κάστινγκ ήταν το πιο κρίσιμο κομμάτι της κινηματογράφησης. Ως απαιτητικός σκηνοθέτης, χειραγωγούσε σκόπιμα τις καταστάσεις στο πλατό για να πετύχει την επιθυμητή ερμηνεία. Απεχθανόταν την υπερβολικά στυλιζαρισμένη υποκριτική και προμόταρε ως ερμηνεία την ωμή ανθρώπινη αλήθεια να ενσαρκωθούν οι χαρακτήρες. Με τεχνικές όπως ο διαχωρισμός των ηθοποιών κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων (π.χ. If….) κατόρθωνε να διατηρήσει την απαραίτητη ένταση και απόσταση που απαιτούνταν για το σενάριο.

This Sporting Life 1963 Lindsay Anderson
Βρετανικό δράμα τύπου «Σινεμά του Νεροχύτη» σε σκηνοθεσία Lindsay Anderson με πρωταγωνιστή τον Richard Harris ως Frank Machin, έναν ασταθή, φιλόδοξο ανθρακωρύχο που γίνεται αστέρι στο Ράγκμπι. Περιβόητα, η μη γραμμική, γεμάτη αναδρομές δομή του και το ωμό,
εξπρεσιονιστικό στυλ του, συγκρινόμενο με το έργο του Bergman στην διερεύνηση της συναισθηματικής αποξένωσης και η σκληρή κριτική των ταξικών δομών, όπου η βαναυσότητα του Machin στο γήπεδο έρχεται σε αντίθεση με την αδυναμία του να συνδεθεί με την συναισθηματικά συγκρατημένη σπιτονοικοκυρά του, την κυρία Hammond (την οποία υποδύεται η Rachel Roberts). Το άθλημα αλληγορικά, λειτουργεί ως χώρος εχτόνωσης και δήλωσης για την καταπιεσμένη οργή και τις αντικοινωνικές τάσεις του Μάτσιν, παρέχοντας έναν χώρο ελέγχου που του λείπει στην προσωπική του ζωή, εστιάζοντας περισσότερο στην υπαρξιακή απελπισία παρά στην ταξική απογοήτευση. Ταυτόχρονα, η σωματική ισχύς του, οδηγεί τον Φρανκ να κερδίσει κοινωνική άνοδο όμως οι ιδιοκτήτες της ομάδας (ανώτερη κοινωνική τάξη) τον αντιμετωπίζουν ως ένα θέαμα που αγοράζουν, στερώντας του την ανθρώπινη υπόσταση, και παρά τη διασημότητα και τα χρήματα, παραμένει εγκλωβισμένος στις εργατικές του ρίζες, χωρίς να γίνεται ποτέ αποδεκτός από την ελίτ. Συγχρόνως η κεντρική, βαθιά δυσλειτουργική σχέση μεταξύ του Φρανκ και της κυρίας Χάμοντ ορίζεται και καθορίζεται από την έλλειψη επικοινωνίας, με την ψυχρή, θλιμμένη συμπεριφορά της να ταιριάζει με την αδυναμία του να εκφράσει την αγάπη χωρίς βία, αποτυπωμένα εύστοχα σε φόρμα ντοκιμαντέρ στη Βόρεια Αγγλία, σε συνδυασμό με τολμηρές, σύγχρονες τεχνικές μοντάζ. Η μεθοδική, μη λεκτική και
“ζωώδης” υποκριτική, που συνοψίζει τον ρεαλισμό του «νεροχύτη της κουζίνας» του Βρετανικού Νέου Κύματος του Ρίτσαρντ Χάρις, έτυχε ευρείας αναγνώρισης (βραβείο Καλύτερου Ηθοποιού στις Κάννες), όπως και η διακριτική αλλά συνάμα καίρια ερμηνεία της Ρέιτσελ Ρόμπερτς.
Έπειτα, με χρήση σκληρής, υψηλής αντίθεσης ασπρόμαυρης κινηματογράφησης αποτυπώνει εύγλωττα το κακέχτυπο της αρρενωπότητας, τη συναισθηματική καταπίεση και αποξένωσης της
εργατικής τάξης. Παράλληλα, έχοντας γρήγορο, καινοτόμο μοντάζ και μια μη γραμμική δομή (flashback) αντικατοπτρίζει γλαφυρά τη χαοτική, βίαιη ζωή του πρωταγωνιστή, με το ψυχρό ασπρόμαυρο σκηνικό της, να δίνει έμφαση στο ζοφερό, βιομηχανικό σκηνικό, με αισθητική που αναδεικνύει τη μονομάχου σε αρένα φύση των σκηνών του ράγκμπι, αποκαλύπτοντας τα ζωώδη αρχέγονα ανθρώπινα ένστιχτα με παραστατικότητα. Επιπλέον, οι σκιές του σκληρού φωτισμού συμβάλλουν σε μια ατμόσφαιρα φιλμ νουάρ στις οικιακές σκηνές, αντικατοπτρίζοντας το συναισθηματικό σκοτάδι και την κλειστοφοβία της σχέσης του Φρανκ και της κυρίας Χάμοντ, με το μοντάζ του Πίτερ Τέιλορ που διακρίνεται για το τολμηρό, «κομμένο» στυλ του, να συνδέει άψογα τις έντονες, ασύνδετες, συναισθηματικές και σωματικές σκηνές της ταινίας προσδίδοντας
την απαραίτητη ένταση των συνθηκών. Τέλος, η μουσική επένδυση αποτελεί κεντρικό στοιχείο εξπρεσιονιστικής αισθητικής, με τη σύνθεση του Roberto Gerhard να είναι υποβλητική αντανακλώντας άρτια την πρωτόγονη φύση του Frank Machin, και τη βιαιότητα του ράγκμπι,
ενώ το άκουσμα των περιβαλλοντικών ήχων στους διάφορους χώρους δράσεις, δρα αρμονικά συμπληρωματικά με τα εκάστοτε τεχτενόμενα, προσάπτοντας πληροφορίες ή τη φόρτιση της ψυχικής διάθεσης. Αδιαμβισβήτητα μνημειώδες δημιούργημα του Κινηματογράφου, που
εντυπωσιάζει και εκστασιάζει τους θεατές.

Σχεδίασε έναν Ιστότοπο όπως αυτός με το WordPress.com
Ξεκινήστε